Φοβερή και τρομερή η εβδομάδα που πέρασε για τη ΝΔ. Το πώς κατάφερε να γευτεί δύο αδειάσματα και μια ντροπή μέσα σε λίγα 24ωρα, θα το θυμόμαστε για καιρό.

Αδειασμα πρώτο: Το θεμελιώδες επιχείρημα του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη συμφωνία των Πρεσπών ήταν ότι οι γείτονες δεν θα λένε καθόλου το «Βόρεια» και θα μιλάνε μόνο για «Μακεδονία» σκέτο. Ηθελημένη άγνοια ή ενσυνείδητη προσπάθεια να ξεχάσουν οι Ελληνες ότι έτσι ακριβώς τους αποκαλεί όλος ο πλανήτης τα τελευταία 25 χρόνια; Η μεγαλύτερη «απόδειξή» του, που επικαλέστηκε αρκετές φορές το τελευταίο διάστημα, ήταν ότι σε όλες τις συναντήσεις και δηλώσεις του ο Ζάεφ εξακολουθεί να αποκαλεί τη χώρα του «Μακεδονία» σκέτο, παρά την υπογραφή της συμφωνίας.

Την τελευταία βδομάδα όμως ο Ζάεφ αποσαφήνισε ότι αποκαλεί τη χώρα του «Μακεδονία» σκέτο, επειδή ακριβώς δεν έχει τεθεί ακόμα σε ισχύ η συμφωνία. Από την Αυστρία, ο πρωθυπουργός του γειτονικού κράτους δήλωσε: «Τον Ιούνιο ελπίζουμε ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα έχει λάβει από μέρους μας ισχυρά επιχειρήματα, που να δικαιολογούν να προταθεί στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, σύντομα Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, μια ημερομηνία για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων».

Διότι η συμφωνία των Πρεσπών έχει υπογραφεί μεν, δεν έχει τεθεί όμως ακόμα τυπικά σε ισχύ. Τότε, το γειτονικό κράτος θα ονομάζεται παντού -και θα αποκαλείται από όλους- «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Εδώ έχουμε ένα μεγαλειώδες άδειασμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτό που εκείνος (δήθεν) κατήγγειλε ως απαράδεκτο αποδεικνύεται ότι είναι ακριβώς αυτό που ήθελε ο Τσίπρας να αλλάξει… και ο Μητσοτάκης του έλεγε όχι.

Αδειασμα δεύτερο: Λύσσαξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να μιλά για κακή συμφωνία. Λύσσαξαν τα στελέχη του να δίνουν το πρόσταγμα (ή να δικαιολογούν, που είναι το ίδιο) στους ακραίους να προβαίνουν σε αχαρακτήριστες ενέργειες κατά βουλευτών μιλώντας για προδοσία της Μακεδονίας. Λύσσαξαν οι νεοδημοκράτες να το παίζουν υπερπατριώτες και Μακεδονομάχοι, θέτοντας τον διαχωρισμό μεταξύ των δεξιών πατριωτών και των δήθεν αριστερών μειοδοτών.

Μετά (εντός της εβδομάδας κι αυτό), ήρθε ο δεξιός Κύπριος Πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, να δηλώσει για τη συμφωνία των Πρεσπών: «Από την ώρα που διαγράφονται τα περί αλυτρωτισμού, από την ώρα που έχει κατά τον καλύτερο τρόπο ρυθμιστεί το θέμα, έτσι ώστε να μην υπάρχουν αμφισβητήσεις κατά πόσο αποτελούν τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έχω την εντύπωση ότι αυτό που αποτυπώνει η συμφωνία είναι όχι μόνο η αποφασιστικότητα αλλά διασφαλίζει και τη μελλοντική προοπτική άριστων σχέσεων, άριστης συνεργασίας, που ούτως ή άλλως υπήρχε. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ούτως ή άλλως το όνομα έχει δοθεί από το 1992 και έχω την εντύπωση ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να ξεπεράσουμε συναισθηματισμούς, που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα». Οταν ο πολιτικός κόσμος χωρίζεται στους λογικούς (που θυμούνται) και τους παράλογους (που κάνουν ότι ξεχνούν), δεν υπάρχει τίποτα να σχολιάσεις. Απλά, επιλέγεις με ποιους θα πας.

Και τώρα, πάμε στην ντροπή… Ο ΣΥΡΙΖΑ αύξησε τον κατώτατο μισθό και τα «γαλάζια» στελέχη φωνάζουν στα τηλε-παράθυρα ότι θα καταστραφεί η οικονομία (!), θα πεθάνει η επιχειρηματικότητα, θα διαλυθεί το σύμπαν…

Φωνάζουν ότι θα αυξηθούν οι εισφορές, παραλείποντας ότι, εφόσον αυτές είναι ποσοστό του εισοδήματος, είναι λογικό να αυξάνονται. Αλλά αυξάνεται και το εισόδημα.

Φωνάζουν ότι με την αύξηση κατά 11% του κατώτατου μισθού θα αυξηθεί η ανεργία, όταν οι ίδιοι μείωσαν τον κατώτατο μισθό κατά 22% το 2012 και το αποτέλεσμα ήταν το 2014 να χτυπήσει κόκκινο η ανεργία, φτάνοντας το γιγαντιαίο 27,7%.

Εδώ έχουμε ένα πολιτικό θέμα ουσίας: την ντροπή. Είναι ντροπή να αντιτίθενται ευθέως στην αύξηση των χρημάτων που παίρνει ο εργαζόμενος. Αυτή η στάση απέναντι στον λαό δεν ήταν ίδιον της ΝΔ του Καραμανλή. Είναι ίδιον της ΝΔ του Κυριάκου και του Αδωνι. Και είναι ντροπή.

Φυσικά και πρέπει να μειωθεί το μισθολογικό κόστος, για να διευκολυνθεί ο επιχειρηματίας και η ιδιωτική πρωτοβουλία. Ομως προέχει να στηριχθούν πρώτα οι 880.000 εργαζόμενοι, που θα ωφεληθούν από την αύξηση του κατώτατου μισθού. Προέχει να στηριχθούν αυτοί που τα βγάζουν πέρα πιο δύσκολα από τους άλλους. Και εδώ ακριβώς συνίσταται η ντροπή. Οτι εμφανίζεται το κόμμα της ΝΔ να μην μπορεί να το αντιληφθεί αυτό.

Αρθρο μου στην εφημερίδα “Νέα Σελίδα”